|
Η ανάπτυξη των μεθόδων της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής οδήγησε στη γέννηση υγιών σωματικά παιδιών. Το ερώτημα που τέθηκε αρχικά ήταν κατά πόσο αυτά τα παιδιά είναι επιβαρημένα ψυχολογικά λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών της σύλληψης και της γέννησής τους.
Η ψυχολογική επιβάρυνση του παιδιού, όταν υπάρχει, συνδέεται σχεδόν πάντα με το τραυματικό βίωμα της στειρότητας και τον ψυχικό χειρισμό της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής από τους ίδιους τους γονείς. Επίσης συχνά τα παιδιά της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής αντιμετωπίζουν το ζήτημα της αποκάλυψης ή μη του μυστικού, το βάρος της έντονης προσδοκίας και την υπερεπένδυσή τους ως υπερπολύτιμων αποκτηθέντων αγαθών.
Επιπλέον, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο τα παιδιά που γεννήθηκαν με τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής να προσπαθούν να επικοινωνήσουν τη γνώση τους για τα γεγονότα της έλευσής τους στον κόσμο, τις αγωνίες τους μπροστά στο τείχος της μυστικότητας και τη σύγχυσή τους μπροστά στο παράδοξο των γεγονότων, δηλαδή την παρέμβαση τρίτου, άλλου από τον πατέρα, τη χρήση μηχανημάτων και υλικών άσχετων προ το σώμα της μητέρας, κ.α.
Τα πλέον καίρια ερωτήματα τίθενται ακριβώς σχετικά με το δικαίωμα των παιδιών να γνωρίζουν το γενετικό τους υλικό, όταν αυτό δε συμπίπτει με εκείνο του ή των «κοινωνικών» γονέων. Σε αυτές τις περιπτώσεις αναπόφευκτα προκύπτουν διλήμματα και δυσκολίες αναφορικά με τη διάθεση των «κοινωνικών» γονέων να αποκαλύψουν στο παιδί τους την πραγματικότητα.
Στην κλινική εμπειρία, οι ειδικοί συχνά συναντώνται με αιτήματα παιδιών, που μόνο εκ των υστέρων αποκαλύπτεται ότι πρόκειται για παιδιά της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Κάποιοι από τους γονείς αυτών των παιδιών αποφεύγουν να αποδώσουν αιτιολογική σχέση μεταξύ των συνθηκών σύλληψης και του προβλήματος του παιδιού τους, ενώ άλλοι, επικεντρώνονται έντονα στα βιώματα της στειρότητας και της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, διαθέτοντας έτσι μια προκατασκευασμένη αιτιολογία που μπορεί να τα εξηγήσει όλα.
Σε γενικές γραμμές οι γονείς των παιδιών της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής που ζήτησαν τη βοήθεια ειδικού της ψυχικής υγείας, μπορούν να ενταχθούν στις ακόλουθες κατηγορίες:
1. Στην πρώτη περίπτωση εντάσσονται εκείνοι οι γονείς που δεν μπόρεσαν να επεξεργαστούν επαρκώς τις συγκρούσεις και τα συναισθήματά τους γύρω από τη στειρότητα. Τα ζευγάρια αυτά δεν έχουν επεξεργαστεί τα βιώματα ελπίδας, αναμονής και απογοήτευσης, το διαχωρισμό της σεξουαλικότητας από την αναπαραγωγή, τον ενδεχόμενο αποκλεισμό του συζύγου, καθώς ο γυναικολόγος παίρνει το ρόλο του γεννήτορα. Οι συγκρούσεις που προκύπτουν στη σχέση του ζευγαριού δεν συζητούνται και τα ίδια προβλήματα επανέρχονται μετά τη γέννηση του παιδιού. Το παιδί που γεννιέται σε αυτές τις περιπτώσεις αποτελεί ναρκισσιστική απειλή για τους γονείς, που τους θυμίζει το αρχικό και ανεπεξέργαστο πρόβλημα της υπογονιμότητας.
2. Σε μια δεύτερη κατηγορία γονεϊκής συμπεριφοράς, εντάσσονται τα ζευγάρια εκείνα που ενώ λειτουργούν ικανοποιητικά στην πραγματικότητα, αφήνουν, ωστόσο, λίγο χώρο στο συναίσθημα και τη φαντασίωση. Σχεδιάζουν την ανατροφή του παιδιού με την ίδια πειθαρχία και τις αυξημένες προσδοκίες που οι ίδιοι επιστράτευσαν προκειμένου να επιτύχουν το σκοπό της απόκτησης ενός παιδιού. Το παιδί οφείλει να τους ανταμείψει για τις προσπάθειες και τους κόπους τους και με αυτόν τον τρόπο το παιδί υποφέρει κάτω από το βάρος των γονεϊκών προβολών, βρίσκεται σε συνεχή αγώνα δρόμου για να ικανοποιήσει τις γονεϊκές φιλοδοξίες
3.Τέλος, μια τρίτη κατηγορία γονέων αντιμετωπίζει το παιδί ως πολύτιμο αγαθό, η ακεραιότητα του οποίου θα πρέπει με κάθε τρόπο να διαφυλαχθεί. Το παιδί σε αυτό το πλαίσιο υπερπροστατεύεται και σχεδόν αντιμετωπίζεται ως άτομο με ειδικές ανάγκες. Κυριαρχεί ο φόβος του στιγματισμού ή της αποκάλυψης του μυστικού.
Παρά τις παραπάνω διαπιστώσεις, θα πρέπει να επισημανθεί, ωστόσο, ότι καμία από τις σχετικές έρευνες δεν κατέδειξε κάποια ιδιαίτερη διαταραχή ή έστω επιβαρυντικά στοιχεία για την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Οι διαταραχές που συναντώνται καλύπτουν όλο το φάσμα της παιδοψυχιατρικής, δεν διαφοροποιούνται, ωστόσο, από τα συνήθη προβλήματα των παιδιών αντίστοιχης ηλικίας.
*Λαζαράτου, Ε. (2006). Από την επιθυμία στην πράξη: Τα παιδιά της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Στο Γ. Αμπατζόγλου, Σ. Μανωλόπουλος, Ζ. Παπαληγούρα & Α. Σκούλικα (επιμ.). (2006). Προσεγγίσεις της Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής. Θεσσαλονίκη: University Studio Press, σ.69-88.
|