
Τα περισσότερα ζευγάρια αναφέρουν ότι η υπογονιμότητα επηρέασε τη συζυγική τους σχέση. Ορισμένοι αναφέρουν ότι την επηρέασε θετικά ενώ άλλοι αρνητικά (Baram και συν., 1988, Lalos και συν., 1985, Leiblum και συν., 1985.). Οι περισσότεροι δηλώνουν ακόμα, ότι η σεξουαλική τους σχέση χειροτερεύει ενώ θεωρούν ότι δεν κάνουν πλέον έρωτα αλλά παιδιά (Rosenfeld & Mitchell, 1979, Dennerstein & Morse, 1985, McWhinnie, 1995). Υπάρχουν όμως και κάποια άτομα που αναφέρουν είτε ότι η σεξουαλική τους σχέση βελτιώθηκε κατά τη διάρκεια της εμπειρίας της υπογονιμότητας (Freeman και συν.,1985, Lalos και συν., 1985, Leiblum και συν., 1985) είτε ότι δεν επηρεάστηκε (Downey και συν., 1989, Wallace, 1985). Τέλος, κάποια ζευγάρια βίωσαν τόσο προβλήματα στη σχέση τους όσο και στη σεξουαλική τους ζωή, όταν διαγνώσθηκε η υπογονιμότητα, αλλά, όταν άρχισαν τη θεραπεία, τα προβλήματα αυτά υποχώρησαν (Raval και συν., 1987).
Τα υπογόνιμα ζευγάρια δε φαίνεται να αποτελούν μια ομοιογενή ομάδα. Οι διαφορετικές συνθήκες ζωής καθώς και τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των ατόμων επηρεάζουν με διαφορετικό τρόπο τη συναισθηματική αντίδραση των ανθρώπων (Callan & Henessey, 1989, Demyttenaere, και συν., 1989). Παράλληλα, η επίπτωση της υπογονιμότητας διαφέρει ανάλογα με τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή που εμφανίζεται στη ζωή των ανθρώπων. Παράμετροι όπως η ηλικία, η βιολογική και ιστορική στιγμή καθώς και η έκβαση της θεραπείας επηρεάζουν τον τρόπο που θα βιωθεί η υπογονιμότητα (Edelmann & Connolly, 1986, Sandelowski, 1993). Νέες γυναίκες, λ.χ., που είναι θρησκόληπτες και που αξιοδοτούν πολύ την απόκτηση παιδιών και που δεν έχουν στενή σχέση με το σύντροφό τους εφόσον αντιμετωπίσουν την υπογονιμότητα είναι πιθανόν να τη βιώσουν με μεγαλύτερη συναισθηματική διαταραχή από άλλες γυναίκες (McEwan, και συν., 1987). Η επίπτωση που θα έχει η υπογονιμότητα θα εξαρτηθεί και από το σύστημα αξιών του υποκειμένου, από τις γονεϊκές προσδοκίες καθώς και από προσωπικές πεποιθήσεις σχετικά με το γονεϊκό ρόλο (Williams,και συν.,1977).